Κυριακή, 3 Ιουλίου 2016

Ανοίγεις την πόρτα και παρατηρείς.
Το πρώτο φως της μέρας, τον ήχο από τον κόσμο, το θρόισμα των φύλλων, παρατηρείς τα δέντρα, τα παιδιά, τα χέρια σου.
Ανοίγεις τα χέρια και θυμάσαι. Όλα εκείνα.
Το πρώτο φως της μέρας, τον ήχο από τον κόσμο, το θρόισμα των φύλλων, τα δέντρα, τα παιδιά, τα τότε χέρια σου.
Ακούς βήμα γοργό, σηκώνεις το κεφάλι και σε βλέπεις να ορίζεις το περπάτημα του πρώτου σου φιλιού. Vivo, με αγγίγματα prestissimo αρχικά και ήρεμο κατόπιν.
Ανοίγεις το παράθυρο, μήπως και μπει η λαχτάρα η αιώνια να δαμάσεις τον εαυτό σου.
Και παρατηρείς. Τη μνήμη σου που εντάχθηκε στο αντίπαλο στρατόπεδο και τις σφαίρες της που βρήκε έτοιμες από εσένα, σε σχήμα ανθρώπινο.
Βουλιάζουν την καρδιά και το μυαλό σου κι έχεις για σωσίβιο την κάθε σου ανάσα.
Παρατηρείς τη μάχη που ξεσπάει στο άυλο κορμί σου, κορμί που ο ίδιος έφτιαξες για να επιβιώσεις.
Παρατηρείς τα βήματα που έρχονται κοντά σου και βάζεις μέσ' το σπίτι την καρέκλα που καθόσουν.
Ακούς το ρυθμό να σου γελάει και θέλεις να τον διώξεις.
Κλείνεις τα παράθυρα.
Κλειδώνεις την πόρτα.
Χάνεσαι στην άμοιρη σιωπή σου.
Τι ωραία που θα 'ταν απλώς να κοίταζες. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου